Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Τάλαντα Λακωνίας

Τα Τάλαντα βρίσκονται στην ενδοχώρα της Μονεμβασίας και είναι γνωστά για ένα εντυπωσιακό δίκτυο υδροκίνητων εγκαταστάσεων που συγκέντρωναν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα την οικονομική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής. 


Η πρώτη, γνωστή, γραπτή μνεία του οικισμού γίνεται στις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ τα κτηριακά κατάλοιπα και οι ναοί δείχνουν την ύπαρξη αξιόλογης ανθρώπινης δραστηριότητας στον χώρο από τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η ονομασία του χωριού οφείλεται στο γεγονός ότι οι κάτοικοι διέθεταν τάλαντα, δηλαδή χρήματα λόγω των ικανοποιητικών προσόδων που εξασφάλιζαν από την πλούσια γεωργική παραγωγή αλλά και από τη λειτουργία των υδρόμυλων.

Οι έντεκα νερόμυλοι που βρίσκονται κατά μήκος του ρέματος «του Μπαλή», βόρεια του οικισμού, αποτελούν την άλλοτε μεγαλύτερη, βιοτεχνική ζώνη της εγγύς περιφέρειας της Μονεμβασίας. Η λειτουργία τους διαπιστώνεται –σύμφωνα με βενετικά έγγραφα– τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου. Οι δύο μεγάλες φυσικές πηγές ύδατος του οικισμού, η Μεγάλη και η Μικρή Βρύση, κινητοποιούσαν ολόκληρο το δίκτυο των υδροκίνητων εγκαταστάσεων. Στην πλειονότητά τους οι μύλοι ήταν εταιρικοί, με μέγιστο αριθμό πέντε μετόχους, και ελάχιστοι ανήκαν αποκλειστικά σε έναν ιδιοκτήτη, ο οποίος συνήθως ήταν οικονομικά ισχυρός. Τη λειτουργία τους αναλάμβαναν συνήθως οι ιδιοκτήτες, οι οποίοι γνώριζαν την τέχνη του μυλωνά και αμείβονταν σε χρήμα ή σε είδος (δημητριακά ή αλεύρι). Εκτός από το άλεσμα σιτηρών, εξυπηρετούσαν και στη λεύκανση των μάλλινων υφασμάτων. Η αλεστική δυνατότητα ενός μύλου έφτανε περίπου τις 20 οκάδες (ή 25 κιλά) αλεύρι ανά ώρα και 468 οκάδες (ή 600 κιλά) μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Το συνολικό ποσοτικό μέγεθος του ημερήσιου αλέσματος όλων των μύλων υπολογίζεται σε 5.148 οκάδες ή 6.600 κιλά. Τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες οι νερόμυλοι λειτουργούσαν όλο το εικοσιτετράωρο, ενώ από τον μήνα Μάιο και μέχρι τον Νοέμβριο, οπότε έπαυαν οι βροχές, γινόταν διακοπή της λειτουργίας τους από την Παρασκευή και ώρα 1:00 το βράδυ μέχρι την Κυριακή και ώρα 9:00 βραδινή, καθώς το νερό διοχετευόταν στα χωράφια για το πότισμα των καλλιεργειών.

Οι ονομασίες τους συνδέονται με τη γεωγραφική θέση, το μέγεθος της παραγωγικής δυνατότητας της εγκατάστασης καθώς και με το όνομα του ιδιοκτήτη. Ο πρώτος μύλος, που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ρέματος, καλείται Πάνω Μύλος και ακολουθούν κατά σειρά ο Μεσιανός Μύλος, ο Κάτω Μύλος, ο Κρεντηράς, ο Στεμνής, το Κο(υ)τσομυλάρι «μικρός μύλος», η Τρ(ο)ύπα, ο Κρανίδης, το Κο(υ)τσομύλαρο «μικρός μύλος», ο Σπανός και ο Κορωνιός.

Οι υδρόμυλοι των Ταλάντων ανήκουν στον πλέον διαδεδομένο αρχιτεκτονικό τύπο του μονόφθαλμου νερόμυλου με οριζόντιο τροχό, που επικράτησε στον ελληνικό χώρο. Στο ισόγειο κεραμοσκέπαστο κτίσμα, που αποτελείται συνήθως από δύο διαμερίσματα, γινόταν η συγκέντρωση των αλεσμάτων. Η στοιχειώδης επίπλωση και το τζάκι εξασφάλιζαν την άνετη διαμονή του μυλωνά. Σε κατώτερο επίπεδο διαμορφώνεται μικρών διαστάσεων υπόγειος θολοσκέπαστος χώρος, το σγουριό, που περιλαμβάνει τον μηχανολογικό εξοπλισμό. Η πρόσβαση στο σγουριό γίνεται από μια μικρών διαστάσεων κτιστή κλίμακα, την κλεβανή, που βρίσκεται στο εσωτερικό του μύλου. Τα βασικά μέρη των νερόμυλων, εκτός από το κτίσμα, είναι το μυλαύλακο, το βουτσί, το κωλοβούτσι, το σιφούνι, ο ποταμός, η χελιδόνα, το αδράχτι, η φτερωτή, οι μυλόπετρες ή λιθάρια, η κοφινίδα, το καμίνι, και το αλευροθώκι. Η λειτουργία τους είναι σχετικά απλή και στηρίζεται στη χρήση της δυναμικής ενέργειας του νερού, λόγω της υψομετρικής διαφοράς.

Το νερό των δύο πηγών του οικισμού διοχετεύεται στο μυλαύλακο μέσα στο οποίο τοποθετείται μια ξύλινη ή σιδερένια σχάρα, η παλουκαριά, για τη συγκράτηση διάφορων φερτών υλικών. Στη συνέχεια, οδηγείται από το μυλαύλακο στο πιο χαρακτηριστικό και εντυπωσιακό από πλευράς κατασκευής μέρος του νερόμυλου, το βουτσί. Πρόκειται για κατακόρυφο, λιθόκτιστο υδατόπυργο ύψους 12 έως και 14μ. που εσωτερικά έχει σχήμα αντεστραμμένου κόλουρου κώνου και εξασφαλίζει την πτώση του νερού από μεγάλο ύψος. Το βουτσί αποτελείται συνήθως από πελεκημένες πέτρες, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη και στη μέση διάτρητες, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη ροή του νερού. Σε τακτά χρονικά διαστήματα οι πέτρες μετακινούνταν προκειμένου να καθαριστούν από τα άλατα και στη συνέχεια τοποθετούνταν στην αρχική τους θέση. Στο κάτω μέρος της κατασκευής αυτής, στο κωλοβούτσι, διαμορφώνεται οπή, το σιφούνι, που είναι ελεγχόμενη με έναν μηχανισμό, το βροχόνι, το οποίο στηρίζεται σε μια ξύλινη πλάκα, την παραμάνα, και αυξομειώνει την ποσότητα του νερού. Δίπλα στο σιφούνι υπάρχει κατακόρυφος ξύλινος άξονας, το αδράχτι, το οποίο στηρίζει τη μεταλλική φτερωτή. Το μεταλλικό σίδερο που στερεώνει τη φτερωτή επάνω στο αδράχτι λέγεται αλεπού. Η άνω απόληξη του αδραχτιού είναι διαμορφωμένη σε σχήμα Τ και συνδέεται σταθερά με ένα μεταλλικό έλασμα που λόγω του σχήματός του ονομάζεται χελιδόνα. Η χελιδόνα στηρίζει την επάνω μυλόπετρα. Το αδράχτι διαπερνά την κάτω μυλόπετρα, που είναι σταθερή, και το κενό που δημιουργείται ανάμεσα στον άξονα και στην οπή του λιθαριού καλύπτεται από ειδικό ξύλινο δακτύλιο, που λέγεται καρδιά. Με αυτό τον τρόπο, ο επάνω χώρος στεγανοποιείται, ο άξονας περιστρέφεται σταθερά και το αλεύρι δεν πέφτει στο σγουριό. Η κάτω απόληξή του αδραχτιού, το κεντρί, είναι αιχμηρή και στηρίζεται μέσα στην οπή μπίλιας, μεταλλικού σφαιριδίου που είναι στερεωμένο στην υποδοχή ενός ξύλινου δοκαριού, στον ποταμό. Το αδράχτι είναι συνδεδεμένο με ένα επίπεδο μικρό σανίδι ή μεταλλικό έλασμα, τη σταματήρα, που με κατάλληλο χειρισμό μπορεί να εκτρέψει τη ροή του νερού προς τη φτερωτή και άρα να σταματήσει τη λειτουργία του μύλου.

Το νερό αποθηκεύεται στο βουτσί για να δημιουργηθεί υδραυλική πίεση και στη συνέχεια περνά από το βροχόνι και εκτονώνεται στα πτερύγια της φτερωτής, η οποία με τη σειρά της διαμέσου του αδραχτιού δίνει περιστροφική κίνηση στην επάνω μυλόπετρα. Τα δύο λιθάρια και η ξύλινη κοφινίδα είναι τοποθετημένα σε κτιστή ημικυκλική και χοανοειδή κατασκευή που λόγω του σχήματός της καλείται καμίνι. Ο καρπός πέφτει από την κοφινίδα στην οπή που διατρυπά την επάνω μυλόπετρα, τη γούλη, και έτσι εισέρχεται ανάμεσα στα δύο λιθάρια, όπου και συνθλίβεται. Στο κάτω μέρος της κοφινίδας υπάρχει οπή που ανοίγει και κλείνει κατά βούληση με ένα μικρό συρόμενο ξύλινο στέλεχος, το πουρί, το οποίο ρυθμίζει την ποσότητα του διοχετευόμενου στα λιθάρια καρπού. Για την αυτόματη διοχέτευση του καρπού στα λιθάρια φροντίζει το βαρδάρι, ξύλινο εξάρτημα που ακουμπά στο πανωλίθι. Το τελευταίο είναι ξύλινος τροχός, προσαρμοσμένος στην επάνω μυλόπετρα γύρω από τη γούλη. Το βαρδάρι μεταφέρει διαμέσου ενός μεταλλικού ελάσματος, της σίτας, δόνηση στην κοφινίδα και προκαλεί την αυτόματη πτώση του καρπού. Στο καμίνι, μπροστά από τα λιθάρια, εφάπτεται κτιστός ορθογώνιος χώρος, το αλευροθώκι, όπου συγκεντρώνεται το αλεύρι. Ο σταυρός είναι ένα εξάρτημα, ξύλινη δοκός, με το οποίο γίνεται η ανύψωση ή το κατέβασμα της άνω μυλόπετρας, ώστε το άλεσμα να βγαίνει χοντρό ή ψιλό ανάλογα με τη χρήση που προορίζεται.

Στις μέρες μας, ένας από τους έντεκα μύλους του οικισμού έχει αποκατασταθεί και επαναλειτουργεί χάρη στις ενέργειες του Πολιτιστικού Συλλόγου Ταλάντων. Η πρόσβαση είναι εφικτή διαμέσου αμαξιτού δρόμου αλλά και λιθόστρωτου μονοπατιού που έχει αφετηρία στην πλατεία του χωριού. Ο μύλος λειτουργεί κάθε Κυριακή και σας περιμένει να αλέσετε το σιτάρι σας, να προμηθευτείτε το αλεύρι σας αλλά και να κάνετε μια μαγευτική αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν, μέσα σε ένα καταπράσινο, υδροχαρές τοπίο.

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου