Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Λεοντάρι Αρκαδίας

Στη βορειοανατολική απόληξη του Ταϋγέτου και σε ομαλό αυχένα με καταπράσινες κοιλάδες, σε
υψόμετρο 700μ. και μόλις 11 χιλιόμετρα από την Μεγαλόπολη, βρίσκεται το Λεοντάρι, το γραφικό χωριό με την μακρά ιστορία, που χάνεται στα βάθη των αιώνων και που σήμερα αποτελεί την έδρα του δήμου Φαλαισίας.


Επιβλητικό το όνομα του, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, οφείλεται σε κάποια ισχυρή κοινωνικά και οικονομικά προσωπικότητα που ονομαζόταν Λεοντάρης ή Λεοντάριος και ο οποίος μετοίκισε στην περιοχή στα χρόνια του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, δηλαδή στις αρχές του 12 ου αιώνα και μεταξύ των ετών 1081 και 1118. Η παράδοση, ωστόσο, φέρνει ως τις μέρες μας και μια ακόμη εκδοχή: το βυζαντινό κάστρο του Λεονταρίου, λέγεται, πως από απόσταση έμοιαζε με καθισμένο λιοντάρι, άποψη, η οποία δεν αποκλείεται να ενέχει και τις αναμνήσεις των κατοίκων από την γλυπτική αναπαράσταση ενός λιονταριού, που κοσμούσε την περιοχή κατά την εποχή της ύστερης αρχαιότητας.

Καμάρι της Αρκαδίας, το Λεοντάρι είναι χτισμένο εκεί που κάποτε οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδρύσει τον οικισμό του Λεύκτρου, όπως επιβεβαιώνουν τα ενδεικτικά ευρήματα _ κυρίως δείγματα κεραμικής και λιγοστά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα _ που έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη. Ευρήματα, που είναι αρκετά σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, όχι μόνο για να ταυτίσουν το σημερινό Λεοντάρι με το αρχαίο Λεύκτρο, αλλά και για αποδείξουν πως κατοικήθηκε από την αρχαϊκή έως και την ελληνιστική εποχή, δηλαδή από 7 ο αι. π.Χ. έως το 31 π.Χ., ενώ στην ρωμαϊκή περίοδο έχασε την αίγλη του και από περιοικίδα πόλη της Σπάρτης υποβαθμίστηκε σε έναν μικρό αγροτικό οικισμό.

Τις μεγάλες του δόξες, όμως, φαίνεται πως τις γνώρισε στα βυζαντινά χρόνια, καθώς δεν αποτέλεσε απλώς μια ακμάζουσα ελληνική κοινότητα που διαδέχτηκε τον φράγκικο οικισμό της Βελιγοστής, αλλά στο πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε στην δεύτερη σημαντικότερη πόλη του Δεσποτάτου του Μυστρά, ενώ για περιορισμένα χρονικά διαστήματα διεκδίκησε και τον τίτλο της πρωτεύουσας του, περί το 1391, λόγω της στρατηγικής θέσης που κατείχε το ονομαστό του κάστρο.

Το οχυρό αυτό ήταν και η βασική αιτία που το Λεοντάρι δεν έχασε την λάμψη του, ούτε στα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, καθώς τόσο οι Βενετοί κατακτητές, όσο και οι Τούρκοι, συγκρούστηκαν αρκετές φορές στην προσπάθεια τους να το θέσουν υπό τον δικό τους έλεγχο, ενώ ανεξαρτήτως της δύναμης που το κυρίευε ο οικισμός διατηρούσε τον τίτλο της ομώνυμης επαρχίας.

Η στρατηγική του σημασία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε για μια χρονική περίοδο μετατρέπεται σε έδρα του Τούρκου πασά της Πελοποννήσου, ενώ αργότερα και ύστερα από την οριστικοποίηση της επικράτησης των Τούρκων στην Πελοπόννησο, το Λεοντάρι εξακολούθησε να κατέχει τον ρόλο πρωτεύουσας σε μία από τις 24 επαρχίες- βιλαέτια, στην οποία χώρισαν τον Μοριά οι κατακτητές. Ενδεικτικό άλλωστε της σπουδαιότητας του κάστρου για τον εκάστοτε κύριο της περιοχής είναι ότι η μισθοδοσία της φρουράς του, γινόταν απευθείας από τον ίδιο τον σουλτάνο, τακτική που ίσχυε για τα σημαντικά φρούρια, όπως ήταν εκείνα του Μυστρά, του Ναυπλίου, της Πάτρας, του Ναυαρίνου, της Μεθώνης και της Κορώνης.

Δυναμικός ο ρόλος του και στα χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, το Λεοντάρι λειτούργησε ως ορμητήριο των αγωνιστών της Επανάστασης, όπως άλλωστε αποδεικνύεται όχι μόνον από μαρτυρίες και μνήμες, αλλά και από τα απομνημονεύματα του Γέρου του Μοριά, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος πολλάκις αναφέρεται στην πόλη και στο κάστρο της.

Στην μετά την Επανάσταση εποχή και μέχρι το 1836 θα παραμείνει πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Με την ίδρυση της υποδιοίκησης Μεγαλοπόλεως όμως και στη συνέχεια της ομώνυμης επαρχίας (1852) η έδρα μεταφέρεται στο Σινάνο, ενώ μετά και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως τα περισσότερα χωριά της ελληνικής περιφέρειας, αρχίζει να φθίνει, καθώς αρκετοί από τους κατοίκους υπέκυψαν στην ανάγκη της μετανάστευσης είτε προς τις μεγάλες πόλεις, είτε προς χώρες του εξωτερικού στην προσπάθεια ανόδου του βιοτικού τους επιπέδου.

Πετρόχτιστα σπίτια με χαγιάτια που πολλές φορές τα χωρίζουν τα στενομπόλια, στενά περάσματα δηλαδή, που ο θρύλος θέλει μέσω αυτών να ξέφευγαν από τους εχθρούς τους οι ήρωες της Επανάστασης _ αν και η αλήθεια είναι πως ο βασικός τους ρόλος ήταν η απορροή των ομβρίων, πέραν του γεγονότος ότι έχουν δημιουργηθεί πολύ αργότερα από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας _ μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο είναι η εικόνα που αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης του ιστορικού Λεονταρίου. Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τα λιγοστά αγροτόσπιτα, που συναντά ο περαστικός στην βορειοανατολική άκρη του οικισμού συνθέτουν ένα διαφορετικό προφίλ από εκείνο που διέπει στην μεγάλη του πλειονότητα τα χωριά της περιφέρειας, δείγμα της έντονης ακμής που γνώρισε κάποτε η περιοχή.

Πέρα όμως από το αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον που παρουσιάζει το κέντρο του οικισμού, το άλλοτε ισχυρό κάστρο, οι βυζαντινές εκκλησιές, τα μοναστήρια και τα απομονωμένα ασκηταριά στους βράχους του βουνού, που θα γνωρίσουμε αναλυτικά στις επόμενες σελίδες, ο επισκέπτης αξίζει να αναζητήσει τρία ακόμη ενδιαφέροντα «μνημεία», που πλαισιώνουν το πανέμορφο Λεοντάρι.

Το πρώτο είναι ο ξεχασμένος σήμερα σιδηροδρομικός σταθμός, που χωρίς υπερβολή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας από τους πιο προσεγμένους της Πελοποννήσου. Χτισμένος με πελεκητή πέτρα, δίπλα στο ποτάμι της Κουτουφαρίνας, κατασκευάστηκε στα χρόνια μεταξύ του 1899 και του 1901 από Ιταλούς και Μαυροβούνιους τεχνίτες και με στυλ που παραπέμπει στην γαλλική και ιταλική αρχιτεκτονική, η οποία σφράγισε την αλλαγή του αιώνα. Πλαισιωμένος και από μικρότερα βοηθητικά κτίρια, που στο σύνολό τους αποτελούν ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό σύνολο, ο σιδηροδρομικός σταθμός του Λεονταρίου σήμερα είναι εγκαταλελειμμένος.

Το γεφύρι του ποταμού Καρνίωνος, γνωστού στις μέρες μας ως Ξερίλα, δύο χιλιόμετρα, νοτιοδυτικά, δίπλα στον οικισμό Καλύβια, είναι το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να αναζητήσει ο επισκέπτης στο ευρύτερο περιβάλλον της έδρας του δήμου για να ολοκληρώσει την εικόνα του για το πανέμορφο χωριό. Τρία μεγάλα τόξα από άσπρη πελεκητή πέτρα σχηματίζουν το γεφύρι που χτίστηκε λίγα χρόνια πριν από τον σιδηροδρομικό σταθμό, περί το 1890.

Η Κάτω Βρύση (Βουλωμένη Βρύση) στη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου, χαμηλά, είναι η τρίτη ψηφίδα της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, που παραθέτουμε εδώ. Η οξυκόρυφη εσοχή στην πρόσοψη της βρύσης, η οποία ακολουθεί τα πρότυπα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής μορφής για τέτοιου είδους κατασκευές, μαρτυρά και την ηλικία της, καθώς η κατασκευή της τοποθετείται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εντοιχισμένα μαρμάρινα ανάγλυφα στην πρόσοψή της: δύο της βυζαντινής εποχής στη βάση της καμάρας και ένα μεταγενέστερο στο κέντρο, πιθανό κατασκεύασμα της εποχής της Ενετικής ή των Τούρκικης κυριαρχίας.

Το Λεοντάρι, που διακρίνεται, εκτός των άλλων, για τις πανέμορφες βυζαντινές εκκλησιές του, τις οποίες και θα γνωρίσουμε αναλυτικά στο σχετικό κεφάλαιο, πλαισιώνεται από τέσσερις οικισμούς: τη Γαβριά, το Κοτσιρίδι, την Καμαρίτσα και τα Καλύβια.

Η Γαβριά απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα βορείως του Λεονταρίου. Στον μικρό αυτό τόπο με τους ελάχιστους πλέον κατοίκους, ξεχωρίζουν το μονοπάτι «ΠΑΝ» με τις βιολογικές καλλιέργειες και η ρεματιά με την Γαβριδοκοτσιριδέικη Παναγιά. Τρία χιλιόμετρα πιο κάτω βρίσκεται το άλλοτε κεφαλοχώρι Κοτσιρίδι με τους λιγοστούς και αυτό κατοίκους.

Ήσυχο είναι το τοπίο που περιβάλλει το μικρό οικισμό της Καμαρίτσας, την οποία συναντά κανείς πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Λεονταρίου, στη δεξιά πλευρά της Κουτουφαρίνας, λίγο πριν από το Μπιλάλι.


Στην αντίθετη κατεύθυνση, νοτιοδυτικά δηλαδή του Λεονταρίου και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων βρίσκονται τα Καλύβια με την πέτρινη εκκλησιά, το άλλοτε ιπποκίνητο ελαιοτριβείο, την λιθόκτιστη βρύση και τα παραδοσιακά τους σπίτια.

































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου